Δυο βιβλία για την οικονομική κρίση

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τ. 121 (2012), σσ. 101-104.

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

έκδ. Γραφείου & Ιδρύματος Νεότητος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών,

Αθήνα 2011, σσ. 112.

 

Κωνσταντίνος Μπλάθρας,

TA ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ,

εκδ. Manifesto, Αθήνα 2011, σσ. 207.

 

Και τα δὐο βιβλία εκδόθηκαν καθώς άρχισε η γιγάντωση της κρίσης στην οποία πλέον αγκομαχάμε. Κρίσης του οικονομικού συστήματος και του πολιτικού στάτους κβο, δοκιμασία για τον πολιτισμό και τα κοινωνιοκεντρικά οράματα, στοίχημα για τον προφητικό λόγο. Αμφότερα το βιβλία αυτά είναι συμμετοχή στο στοίχημα αυτό.

Το πρώτο βιβλίο απαρτίζεται από οκτώ εισηγήσεις που έγιναν για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών το 2010, σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει το υπό τη διεύθυνση του π. Αντωνίου Καλλιγέρη Γραφείο Νεότητος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (αυτό ωστόσο  δεν δηλώνεται εξ αρχής, και μόνο από κάποιες αποστροφές των εισηγητών καταλαβαίνει ο αναγνώστης για ποια εκδήλωση επρόκειτο). Στο βιβλίο δεν έχουν συμπεριληφθεί  οι συζητήσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις, και οι οποίες συζητήσεις, πέραν της κενολογίας που αναπόφευκτα παρεισφρέει σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως η γνωστή ενδοχριστιανική διαφωνία αν ο πλούτος εξαγιάζεται με την επικάθηση λιβανιού στις δραστηριότητες των ευσεβών κεφαλαιοκρατών ή αν, αντιθέτως, καθε πλουτισμό τον κλωσσά η αδικία και ο εγωισμός. Εισηγητές ήταν άνθρωποι ποικίλων πεδίων και ιδεολογικών στιγμάτων.

Στο μικρό αυτό βιβλίο αποτυπώνεται μια απόπειρα παρέμβασης με νόημα. Παρεμβάσεις με νόημα ονομάζω εκείνες τις πρωτοβουλίες οι οποίες εισέρχονται στον δημόσιο χώρο θέλοντας και δυνάμενες να διαλεχθούν. Το «θέλοντας» σημαίνει ότι επιθυμούν τη συνάντηση, το «δυνάμενες» σημαίνει ότι έχουν την ικανότητα να βρουν κονό γλωσσάρι με τον άλλον. Αυτό είναι κάτι άλλο από το να μιλάμε νεφελωδώς για «παρουσία» στον δημόσιο χώρο. Παρουσία είναι κι όταν κάποιος εισέρχεται στον δημόσιο χώρο απλώς για να κάνει ηχηρό τον μονόλογό του ή (ακόμα χειρότερα) για να εκμεταλλευτεί τον δημόσιο χώρο κρυφοεπιθυμώντας την κατάργησή του και τον  σκασμό των άλλων που βρίσκονται εκεί. Αντιθέτως, οι παρεμβάσεις με νόημα πρώτα απ’ όλα αναγνωρίζουν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου για την ανθρώπινη ζωή, ως φόρουμ όπου ζυμώνεις και ζυμώνεσαι. Πολυτιμότητα την οποίαν αντιμάχεται ο ολοκληρωτισμός (παλαιάς ή εκσυγχρονιστικής κοπής) και ο μεταμοντερνισμός, καθένας από τη δική του σκοπιά. Οι παρεμβάσεις με νόημα προϋποθέτει ισχυρή ταυτότητα, θεωρούν θετικό την αναμέτρηση περί αυτής, και καθιστούν εταίρους όσους συνομολογούν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου και  καταλαβαίνουν ότι με τον απέναντι υπάρχει ένα βασικό κοινό γλωσσάρι και συναντώμενες τροχιές ευαισθησίας. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα, στο οποίο ευλεπιστώ ότι θα αναφερθούμε ενδελεχέστερα προσεχώς.

Aπό τα πολλά χαρακτηριστικά των εισηγήσεων θα ήθελα να υπογραμμίσω τρία, τα οποία αφορούν το εγχείρημα της παρέμβασης με νόημα και, γι’ αυτό, και το πνεύμα του δεύτερου βιβίου:

Πρώτον: Ο χριστιανικός χώρος μαστίζεται από έλλειψη νομιμοποίησης πραγμάτων που οφείλουν να είναι αυτονόητα – δηλαδή της κοινωνικής ευαισθησίας και της αλληλεγγύης ως ουσιωδών της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Τα κείμενα του αρχιεπισκόπου και του Ανδρέα Αργυρόπουλου, τα οποία τονίζουν τον σύμφυτο στην εκκλησιαστική παράδοση κοινωνισμό, είναι εντελώς χρειαζούμενα σήμερα, μα υπό νορμάλ συνθήκες θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα, ώστε, μετά από μια δισέλιδη το πολύ αναφορά, να προχωρούσαμε στην αναμέτρηση με το σήμερα. Αλλά ούτε νορμάλ είναι οι συνθήκες, ούτε τις βελτιώνουν οι διάφορες ελιτίστικες θεολογίες, οι οποίες απαξιώνουν την κοινωνική ευαισθησία και εγκλωβίζουν το εκκλησιαστικό γεγονός σε σακραμεμενταλισμό και εκπνευματισμό.

Δεύτερον (αν και συναφές με το προηγούμενο): Παρ’ όλο που η εκδήλωση και το βιβλίο τελούν υπό επισημότατη αιγίδα, δεν αποτελούν γεγονός αντιπροσωπευτικό του εκκλησιαστικού οργανισμού. Κάποιων θεολογικών ρευμάτων, ναι. Ο εκκλησιαστικός οργανισμός όμως κυριαρχείται από έναν συστημικό λόγο, ο οποίος περιορίζει την κοινωνική ευαισθησία στην περιστασιακή φιλανθρωπία και δεν ευνοεί μια ουσιαστική κριτική στις οικονομικές και κοινωνικές δομές. Οι όποιες αναφορές του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου στις δομές γίνονται μάλλον ως παρελκόμενα μιας ομολογιακής διάθεσης, παρά ως αναμέτρηση με τον Μαμωνά καθαυτόν. Είναι χαρακτηριστικό πώς αρκετοί εκκλησιαστικοί άνδρες ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, όμως, ο εντοπισμός ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού παραμένει ένα ζητούμενο. Παρόμοια, στις φαιότερες εκφράσεις του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου δεν κοστίζει κάτι να αγριέψουν το βλέμμα κατά του καπιταλισμού, εφ’ όσον όμως πρώτα τον συνδέσουν με τον διεθνή σιωνισμό (αν, βέβαια, στα ευαγγέλια τίθεται θέμα εθνικότητας του Μαμωνά, είναι ψιλά γράμματα για τους φαιότερους!). Ο εκκλησιαστικός οργανισμός, για να σταθεί ευπρόσωπα απέναντι στην αναστάτωση που προκαλεί η κρίση, επικαλείται διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως όσα προχωρούν βαθύτερα και κρίνουν τις ίδιες τις δομές (και, για παράδειγμα, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, καταδικάζουν την αποστέρηση του εργατικού μισθού  κλπ).

Μέσα σ’ αυτή την αντιφατικότητα, λοιπόν, θα είναι κρίμα αν το βιβλιαράκι νοηθεί ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τον εκκλησιαστικό νεοφιλελευθερισμό και για όσους από τη μια μιλούν για κοινωνισμό και από την άλλη οργανώνουν ιερές μπίζνες. Οι προθέσεις του βιβλίου τεκμαίρονται αριστερές (βλ.χαρακτηριστικά την Εισαγωγή). Και ο τίτλος του μπορεί σήμερα να φαίνεται απλώς νόστιμος ή ανώδυνα περσοναλιστικός, στην πραγματικότητα όμως προϋποθέτει το προ μερικών δεκαετιών αίτημα «Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο». Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 το αίτημα αυτό υπονοεί μια σαφή κατεύθυνση, κοινωνιοκεντρική και όχι ατομοκεντρική, και ταυτόχρονα μια αποστασιοποίηση από αυταρχικές και γραφειοκρατικές στρεβλώσεις του κοινωνιοκεντρισμού. Η ματιά του βιβλίου δεν είναι στραμμένη σε αποσπασματικές χειρονομίες φιλανθρωπίας, αλλά σε καθαυτό το σύστημα. Αυτό έχει εξαιρετική σπουδαιότητα, διότι προτάσσει την έννοια του προσανατολισμού, του οράματος, της ουτοπίας η οποία αφορά το όχι-εδώ, όχι-ακόμη.  Και μόνο αυτή η επιλογή του, αποτελεί σύνταξη με όσους δεν συναινούν στην εννόηση της οικονομίας ως λογιστικής η οποία εκ φύσεως, τάχα, διέπεται από μία και μοναδική λογική και χρειάζεται απλώς διαχείριση κι όχι μια εξ αρχής άλλη λογική. Το πρόσφατο έργο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού, ξεκινά ακριβώς με την επισήμανση αυτού του θηριώδουςς προβλήματος των ημερών μας: «Στα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού, πολιτικοί και οικονομολόγοι κάθε λογής και απόχρωσης πάλευαν να κατανοήσουν [τη ροή του κεφαλαίου] και μια κριτική αποτίμηση του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός άρχισε να αναδύεται. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αποκλίνει από το κυνήγι μιας τέτοιας κριτικής κατανόησης. Αντ’ αυτής, οικοδομούμε επιτηδευμένα μαθηματικά μοντέλα, αναλύουμε δεδομένα ακατάπαυστα, ‘ψειρίζουμε’ λογιστικά φύλλα, ανατέμνουμε τις λεπτομέρειες και θάβουμε κάθε αντίληψη του συστηματικού χαρακτήρα της ροής του κεφαλαίου κάτω από βουνά εργασιών, αναφορών και προβλέψεων» (μτφρ. Πέτρος Χατζοπουλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σ. 9). Την ίδια επισήμανση βρίσκουμε, με διάφορα λόγια, σε διάφορα σημεία του βιβλίου μας (Καλλιγέρης, σ. 8· Αργυρόπουλος σ. 35· Μητρόπουλος, σ. 46· Κοτζιάς, σ. 96 κ.α.).

Τρίτον: Καθαυτή η ανταπόκριση όσων εισηγητών δεν κινούνται, με συμβατικά κριτήρια, στον εκκλησιαστικό – θεολογικό χώρο (καθηγητές Αλέξης Μητρόπουλος, Σάββας Ρομπόλης, Νίκος Κοτζιάς και βουλευτές Κωστής Χατζηδάκης, Φώτης Κουβέλης), μπορεί να συγκαταλεγεί στα κατά καιρούς φερέλπιδα ραγίσματα του πολιτικού παλαιοημερολογητισμού που θέλει τη θρησκεία άφωνη και ιδιωτική. Πέραν τούτου, ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του βιβλίου ξεχωρίζουν όσοι φαίνεται να έχουν σε επάρκεια τα δύο χαρακτηριστικά, του θέλειν και του δύνασθαι να διαλεχθούν. Και φυσικά μιλώ για τη συγκεκριμένη συμμετοχή τους και όχι για τις όποιες ευρύτερες κομματικές τους επιλογές. Δείτε, για παράδειγμα, τα κείμενα του Μητρόπουλου (που ονοματίζει σημεία σύγκλισης και απόκλισης με τις εκκλησιαστικές οπτικές και κάνει χειροπιαστές προτάσεις σε επίπεδο πράξης), του Κοτζιά (ο οποίος ξεκινά με την νηφαλιότατη κρίση ότι ο διαχωρισμός δεν πρέπει να είναι μεταξύ κοσμικών [προφανώς εννοεί τους μη-θρησκευόμενους] και Εκκλησίας[1], αλλά μεταξύ εκείνων που σκέφτονται κοινωνικά κι εκείνων που προτάσσουν τον εγωκεντρισμό) και του Δημήτρη Μόσχου (ο οποίος κατορθώνει να δείξει ότι η άρθρωση λόγου κοινωνικά υπεύθυνου και σύγχρονου είναι μπορετή δίχως να απεμπολείται το μεταφυσικό περιεχόμενο της πίστης[2]). Λιγότερο χυμώδη, από την άποψη αυτή, είναι κείμενα όπως αυτό του Φώτη Κουβέλη (στο οποίο δεν βρίσκεται ούτε λεκτική αναφορά στην Εκκλησία) και του Κωστή Χατζηδάκη (στην υπέρ της ελεύθερης οικονομίας απολογία του οποίου η αλληλεγγύη μοιάζει μονάχα  παρεπόμενο της ανάπτυξης, κι όχι όρος της. Δεν φαίνεται να ‘ναι τυχαίο ότι η παρέμβασή του κλείνει του με το λόγιο «ο καλός Σαμαρείτης δεν θα εμενε στην ιστορία αν δεν είχε χρήματα να δώσει». Αγνοώ ποιος εντόπισε το νεύρο της παραβολής σ’ αυτή την παράμετρο, αλλά μου θυμίζει τους παλιούς [μόνο;] ισχυρισμούς ότι ο Χριστός ήταν υπέρ του τοκισμού και του πιστωτικού συστήματος, επειδἠ στις παραβολές του χρησιμοποίησε την εικόνα εντόκων συναλλαγών[3]). Εν τέλει, βασικός άξονας του βιβλίου (τον οποίον κάθε εισήγηση τον προσεγγίζει με τον τρόπο της) είναι το ερώτημα αν ο ηθικός προβληματισμός εμπεριέχεται στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας ή αν, αντιθέτως, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα – αν όχι βαρίδι.

Το δεύτερο βιβλίο, αυτό του Κωνσταντίνου Μπλάθρα. είναι άλλης λογής από το πρώτο, μα όχι άλλου λογισμού. Εννοώ ότι εστιάζει στην επικαιρότητα, μπαίνει δηλαδή σε ναρκοπέδιο, με τα κριτήρια πάντως για τα οποία αγωνιά το πρώτο. Ο Μπλάθρας είναι άνθρωπος που γράφει ανδρεία. Στο βιβλίο έχει συγκεντρώσει σαραντατρία κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Χριστιανική»[4] από το 2004 (χρονιά των Ολυμπιακών καμωμάτων στη χώρα μας) μέχρι πρόσφατα, και τα οποία ανατέμνουν πτυχές της αναδυόμενης τότε και θεριεύουσας τώρα κρίσης. Ως βασικό χαρακτηριστικό τους (και σε αντιδιαστολή προς πλήθος άλλων κειμένων που βροχηδόν παράγονται για το ίδιο θέμα) θα όριζα μια ριζοσπαστική κοινωνική ματιά, προσηλωμένη όμως στη δημοκρατία. Και μιλώ για προσήλωση στη δημοκρατία (πάλι με την ελπίδα για ενδελεχέστερη προσέγγιση μιαν άλλη στιγμή) διότι θεωρώ εξαιρετικό κίνδυνο στις μέρες μας κάποιες παρουσίες με λαϊκές ριζοσπαστικές θέσεις μεν, αλλά θέσεις ταυτόχρονα αντιδημοκρατικές, μσαλλόδοξες και ανελεύθερες (πρβλ. το Προλογικό μου στη Σύναξη τ. 120). Ο Μπλάθρας αγαπά την πατρίδα και γι’ αυτό δεν την εκπορνεύει στον σωβινισμό. Έχει πρόβλημα και με τη δήωσή της, και με την ταξικότητα της κοινωνίας της και με τον εκφασισμό της πολιτικής ζωής (σσ. 20, 63, 129 κ.α.).

 

Στα «Πρωτοσέλιδα της Κρίσης» αποτυπώνεται μια σοβαρή πολιτική σκέψη, που παρακολουθεί τα πράγματα και βάζει την πίστη να προβληματιστεί επί του συγκεκριμένου και σημερινού. Και γι’ αυτό δίνει πλήθος αφορμών για να κοντοσταθεί κανείς, να πληροφορηθεί, να συγκατανεύσει, να διαφωνήσει και -επί τέλους- να διψάσει για κουβέντα επί των ουσιωδών που συγκαλύπτονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ενδεικτικά της σοβαρότητάς της είναι ο εντοπισμός λαϊκιστικών χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης ήδη στην περίοδο της προηγηθείσας δικτατορίας (σσ. 7-8), η αναφορά στις νέες, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις (σ. 13), η ενόχληση από τον διασυρμό του σοσιαλισμού (σ. 100), η αυτοκριτική του Ορθοδόξου χώρου (σ. 30). Το βιβλίο έχει βαρειά ανάσα, την ανάσα της ευθύνης. Και γι’ αυτό δεν ανήκει στις διαμαρτυρίες που εγείρονται ευκαιριακά και ιδιωτελώς, απλώς για να κολακέψουν τον άνθρωπο-καταναλωτή, ο οποίος λάτρεψε την κομματοκρατία, μα στο φινάλε έχει ενοχληθεί επειδή δυσλειτούργησε ο αγαπημένος του καπιταλισμός και έφτασε σε αδιέξοδο ο βολικός κατά τα άλλα παρασιτισμός του! Το βιβλίο θέτει ξανά το θέμα του οράματος και, μοιραία, της περιστασιακής φιλανθρωπίας. Η φιλανθρωπία (και δη των ζωντανών ενοριών, ως κοινοτήτων) είναι σπουδαίο πράγμα, διότι αφορά τη πράξη, και η πράξη αλλάζει τον κόσμο με τον τρόπο της ζύμης, τον υπομονετικό μα και δραστικό. Αλλά αυτό αληθεύει εάν πρόκειται για πράξη που κομίζει ένα όραμα και διεμβολίζει με αυτό την θανατίλα της καθημερινότητας. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για χειρονομίες που προσφέρουν νομιμοποίηση στο συστημικό κακό και αποτρέπουν από μια οραματική κριτική του, απολήγει σε οξύμωρο· γίνεται όχημα της θανατίλας.

Οι χριστιανικές παρεμβάσεις με νόημα, όπως αυτά τα δύο βιβλία, κατορθώνουν να διαλεχθούν με την εποχή τους, δηλαδή πετυχαίνουν να μιλήσουν ένα κοινό γλωσσάρι. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν (και οφείλουν να κουβαλούν) ένα χαρακτηριστικό που πάντα θα τις κάνει να είναι ουκ εκ του κόσμου τούτο. Είναι η επιμονή στην αγάπη και στο ότι καταδικασμένες δεν είναι μόνο οι απερίφραστες στάσεις μισανθρωπίας, αλλά και εκείνη η κοινωνική πρόνοια η οποία δεν εδράζεται στην αγάπη, αλλά βλέπει τους ανθρώπους απρόσωπα – ως κατηγορίες και σύνολα και αριθμούς. Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία εδώ θα μπορούσε να έχει σπουδαία συμβολή. Δείγματος χάριν μνημονεύω εδώ τον τρέχοντα διάλογο μεταξύ των ρωλσιανών (θιασωτών του Τζων Ρωλς και της θεωρίας του περί δίκαιης κοινωνίας) και του μαρξιστή Tζέραλντ Κοέν, πάνω στο ερώτημα αν ο εγωισμός λειτουργεί συχνά θετικά (ιδίως στην περίπτωση των εγωιστών ταλαντούχων, εκ των οποίων πολλοί θεωρούν επιβεβλημένη την προνομιακή αμοιβή) και στο αν για τη διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας είναι απαραίτητο ένα ήθος δικαιοσύνης εκ μέρους όλων των μελών της[5]. Τέτοια θέματα, όπου η ανθρωπολογία, η πράξη, η πολιτική, η ηθική και η οικονομία διασταυρώνονται, βρίσκονται στην καρδιά ενός προβληματισμού, ο οποίος εύχομαι να καρπίσει στη χώρα μας με τη φροντίδα όσων συχαίνονται κάθε λογής φονταμενταλισμούς, θρησκευτικούς και άθεους εξίσου.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


[1]    Αυτό αποτελεί πλέον βασική θέση του. Βλ. λ.χ. τον πρόλογό του «Θρησκεία – Πολυπολιτισμός», στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο (επιμ. Εμμ. Κλάψης, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σσ. 9-26.

[2]    Μια παρονυχώδη διόρθωση εδώ: Το ευαγγελικό χωρίο για την ανεστιότητα του Χριστού (Ματθ. 8: 20, Λουκ. 9: 58)  γράφει «κλίνῃ» – όχι «κλίναι», όπως συχνά εκ λάθους γράφεται (ό.π., σ. 105) .

[3]    Βλ. τον αντίλογο του Γεωργίου Δημ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και πλούτος, εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 32009, σσ. 255-253.

[4]    Κάποια (σσ. 155-165) προέρχοντα από τη συμμετοχή του στο προφητικό βιβλίο Μνημόνιο, η υποθήκευση της Ελλάδας (η «Σύμβαση Δανειακής Διυκόλυνσης» και το «Μνημόνιο Συνεργασίας», με εισαγωγή και σχόλια Γεώργιου Κασιμάτη, Κώστα Βεργόπουλου, Κωνσταντίνου Μπλάθρα), εκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2010, σσ. 15-30.

[5]    Τζέραλντ Άλαν Κοέν, Γιατί όχι σοσιαλισμός; (εισαγ. – μτφρ. Νικόλας Βρούσαλης), εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2010.

Advertisements
This entry was posted in Επίκαιρα. Bookmark the permalink.