«Εσείς που μπαίνετε, ξεχάστε κάθε ελπίδα» / Προλογικό τεύχους 121

To ζήτημα της Κόλασης είναι από τα πλέον δύσκολα της χριστιανικής θεολογίας, αν όχι το δυσκολότερο. Σ’ αυτό συρρέουν πολλοί καίριοι άξονες, όπως η σχέση θείας αγαθότητας και δικαιοσύνης, η διάκριση μεταξύ της ευαγγελικής αλήθειας και των τρόπων διατύπωσής της μέσα σε διαφορετικές εποχές και εν όψει διαφορετικών κοσμοειδώλων, το ιλιγγιώδες της θείας ελευθερίας και η κρηπίδωση της ανθρώπινης, ο πειρασμός τού θεολογείν προς ιδίαν δικαίωσιν κλπ. Ιδιαίτερη μάλιστα δυσκολία φέρει μια βασική του παράμετρος, η διδασκαλία για την αιωνιότητα της Κόλασης, η οποία φορτίζει όλα τα παραπάνω με ένα πολύ σκληρό ερώτημα: πώς δύναται, εν τέλει, να συνταιριαστεί η καθολική ανακαίνιση του κόσμου (η Βασιλεία) με κάτι που θα επίσης θα υπάρχει αιωνίως, αλλά ως παλιό και ανακαίνιστο (δηλαδή οι κολαζόμενες υπάρξεις);

Πριν από επτά χρόνια είχαμε εκδόσει αφιέρωμα μας στο «Κακό» (τ. 94 / 2005). Εκεί είχαμε σημειώσει ορισμένους βασικούς άξονες της προσέγγισης, τους οποίους προσυπογράφουμε και τώρα. Οι τελευταίες αράδες του Προλογικού του είχαν ως εξής: «Η συζήτηση προδήλως δεν τελειώνει στην τελευταία σελίδα του [σσ. του τεύχους]. Με την ίδια ή συναφή θεματική (γιατί όχι, π.χ., για την Κόλαση;) ενδέχεται να συνεχιστεί»[1]. Έτσι, λοιπόν, η συνέχειά της έρχεται τώρα.

Το ερώτημα περί αιωνιότητας της Κόλασης το θέτουμε εμφατικά σε τούτο το εκτενές αφιέρωμά μας, το οποίο (αφιέρωμα) θα καλύψει δύο συνεχόμενα τεύχη. Μετά ετούτο το Προλογικό δημοσιεύεται το ερώτημα όσο σαφέστερα γίνεται, ως μέρος, κατά κάποιον τρόπο, του ίδιου του Προλογικού. Με το εν λόγω ερώτημα ζητάμε να προχωρήσει η θεολογική συζήτηση λίγο παραπέρα από την προσέγγιση που συνήθως γίνεται. Ζητάμε, δηλαδή, να ληφθεί μεν υπ’ όψη η πολύτιμη και παγιωμένη πλέον επισήμανση ότι η Κόλαση σημαίνει τρόπο (και όχι τόπο) υπάρξεως, αλλά να ανιχνευτούν περαιτέρω οι συνέπειές της – οι θεολογικές συνέπειες της αιωνιότητας του όποιου τρόπου υπάρξεως. Το λέμε ρητά: πρόθεση του αφιερώματος δεν είναι να εκμαιεύσει μια προεπιλεγμένη απάντηση, ούτε να οιωνοσκοπήσει, αλλά να φωτίσει τα ουσιώδη της ίδιας μας της πορείας στο σήμερα: τι προσδοκούμε, τι λογής Θεό εμπιστευόμαστε, πόσο υποληπτόμαστε το μυστήριο, τι εμπνέει την πραξη μας κοκ. Γι’ αυτό, άλλωστε, το ζήτημα της Κόλασης τίθεται αδιάκοπα στην πορεία της Εκκλησίας.

Έτσι, στην αρχιτεκτονική του αφιερώματος διαπλέκονται δυο βασικές παράμετροι: Αφ’ ενός καθαυτή η ιδέα της Κόλασης, οι απαρχές της και οι εννοήσεις της στο διάβα της ιστορίας. Αφ’ ετέρου ο τρόπος ύπαρξης του κολασμένου και το ερώτημα περί την αιωνιότητα της Κόλασης. Το ερώτημα το υποβάλαμε σε μια σειρά θεολόγων και ζητήσαμε την ανταπόκρισή τους (σε τούτο το τεύχος: σεβ. Ιω. Ζηζιούλας, Χρ. Γιανναράς και π. Βασ. Γοντικάκης, στο δε επόμενο: σεβ. Αθανάσιος Γιέφτιτς και π. Νικόλαος Λουδοβίκος), ενώ από άλλους ζητήθηκε συμβολή σε κάποιο ιδιαίτερο θέμα (σε τούτο το τεύχος: Αικ. Τσαλαμπούνη, Κων. Ζάρρας, Δημ. Τριανταφυλλόπουλος, Ιω. Πλεξίδας, στο δε επόμενο: Κων. Κορναράκης για τον Ισαάκ τον Σύρο, και Βάσσας Κοντουμά για τη βυζαντινή εννόηση της κόλασης και του παραδείσου). Συνολικά τα κείμενα πιστεύουμε ότι καλύπτουν ικανό εύρος του ζητήματος (βιβλική σκέψη, εβραϊκός περίγυρος, διαδρομές τέχνης, πατερική δυναμική, σύγχρονα ερωτήματα και εμπνεύσεις). Ότι ο άγιος ο Μάξιμος ο Ομολογητής κατέχει, τελικά, προνομιακή θέση στο αφιέρωμα, δεν οφείλεται στον σχεδιασμό, αλλά σε επιλογή των αρθρογράφων. Για λόγους δεοντολογίας σημειώνουμε ότι όλα τα κείμενα έχουν ήδη συλλεγεί, πράγμα που σημαίνει ότι οι συγγραφείς του δευτέρου τεύχους έγραψαν δίχως να έχουν υπόψη τα κείμενα του πρώτου. Ο όποιος διάλογος -τον οποίο και ευχόμαστε- θα γίνει μετά.

 

Θ.Ν.Π.

ΤΟ  ΕΡΩΤΗΜΑ

 

Σημαντικές θεολογικές παρουσίες οἱ ὁποῖες ἔχουν κοπιάσει, κατά τα τελευταία χρόνια, γιά τήν διαύγεια τῆς Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας, ἔχουν διευκρινίσει ὅτι ὁ Θεός δέν μισεῖ καί δέν ἀντεκ-δικεῖται· μόνο ἀγαπᾶ. Αὐτό πού στήν Ἁγία Γραφή καί σέ ἄλλα ἐκκλησιαστικά κείμενα ἐμφανίζεται ὡς τιμωρία ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀφ’ ἑνός παιδαγωγία πού ἀσκεῖ ὁ ἴδιος, καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὑπ-αρξιακή πτώχευση, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος περιάγει τόν ἑαυτό του. Ἡ αἰώνια κόλαση θά εἶναι ἡ ἀ-γάπη τοῦ Θεού, τήν ὁποία ὅμως δέν θά ἀνέχονται οἱ ἀμετανόητοι. Στήν ὀπτική αὐτή (τήν ὁποία ἁπλῶς προσπαθοῦμε νά σκιαγραφήσουμε ἐδῶ), τό κέντρο βάρους μετατίθεται ἀπό τήν «ἀσπλαχνία τοῦ Θεού» στήν «εὐθύνη του ανθρώπου»: αὐτό  πού κάνει ὑπαρκτή τήν κόλαση εἶναι ἡ ἀμετανο-ησία.

Ἡ ὀπτική αὐτή βοήθησε ἐξαιρετικά νά λυτρωθοῦμε ἀπό τά ἀδιέξοδα τοῦ δικανισμοῦ. Ὡστόσο δέν παύει νά συναντᾶ κάποια προσκόμματα:

1. Μήπως ἡ αἰωνιότητα τῆς κόλασης (μέ ὅποιον τρόπο κι ἄν θεμελιώνεται) ἀποτελεῖ αἰωνιο-ποίηση μιᾶς ἀποτυχίας τοῦ Θεοῦ, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἔτσι ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου ἀπόρριψη τοῦ Θεοῦ (καί τοῦ τρόπου ζωῆς πού ζητᾶ ὁ Θεός) καθίσταται αἰώνια; Ἄν ἡ βούληση τοῦ ἀμετανόητου ἀν-θρώπου (δηλαδη τοῦ αἰωνίως κολαζομένου) εἶναι ἡ «περιοχή» ὅπου ὁ Θεός θά ἀπορρίπτεται αἰωνί-ως, τότε κατά πόσο θά ἰσχύει τό βιβλικό ὅραμα τῆς τελικῆς δεσποτείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς κατάργησης τοῦ κακού (πρβλ. Α΄ Κορ. 15: 28);

Ἐπισημαίνουμε ἐνδεικτικά ὅτι ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἀσχολήθηκε μέ τά ἐρωτήματα αὐτά ἤδη τό 1948 καί τό 1962 (δεῖτε παρακάτω, Παράρτημα Ι).

2. Τί λογῆς «εὐδαιμονία» θά ἔχουν οἱ πολίτες τῆς Βασιλείας (οἱ θαμῶνες τοῦ παραδείσου), γνωρίζοντας τήν παράλληλη ὕπαρξη κολαζομένων; Ἄν ἡ ἀγάπη εἶναι τό μεῖζον καί τό μένον (πρβλ. Α΄ Κορ. 13: 13), τότε τί λογῆς χαρά θά γεννᾶ ἡ ἐπίγνωση αὐτή; Ἤ, μήπως, στούς πολίτες τοῦ παραδείσου θά δωρηθεῖ ἕνα εἶδος ἀμνησίας, ὥστε νά εὐτυχοῦν ἀγνοώντας τήν ὕπαρξη τῶν κολαζομένων; Κάτι τέτοιο, ὅμως, δεν ἀντιστρατεύεται τήν ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου;

Ἐπισημαίνουμε ἐνδεικτικά ὅτι τήν περί «ἀμνησίας» ἄποψη εἶχε ἐκφράσει ὁ γέροντας Παΐσιος (δεῖτε Παράρτημα ΙΙ), τήν δέ ἀπορία περί τούτου εἶχε διατυπώσει ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (δεῖτε Παράρτημα ΙΙΙ).

3. Mια καταλυτική θεία ἐπέμβαση στή βούληση τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἄκων νά πάψει νά ἀπορρίπτει τόν Θεό καί, κατ’ αὐτόν τόν τρόπο νά ἐπιβληθεῖ μιά τελική ἀποκατάσταση, προφα-νῶς δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτή ἀπό τήν Ἐκκλησία. Μήπως, ὅμως, αὐτό πού μπορεῖ νά συμβεῖ εἶναι ἡ τελική ἐλεύθερη ἀνταπόκριση ὅλων, ἡ ἐνσυνείδητη μεταστροφή ὅλων, μέσα ἀπό ποικίλες περιπέ-τειες; Σέ τέτοια περίπωση, ὁ λόγος περί καθολικής ἀνταποκρίσεως δέν διατυπώνεται προκαθοριστι-κά, ἀλλά μόνον προφητικά: ἐλεύθερα οἱ πάντες θά μεταστραφοῦν. Μπορεῖ, ἄραγε, αὐτή ἡ προσέγ-γιση νά γίνει Ὀρθοδόξως δεκτή;

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Ι

π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ:

«Κατά μιά ἔννοια, ὁ κόσμος ἁρπάχτηκε ἀπό τόν Κύριο καί Δημιουργό του. Αὐτό εἶναι κάτι περισ-σότερο ἀπό ἕνα λογικό παράδοξο· εἶναι μᾶλλον ἕνα σκάνδαλο, ἕνας τρομερός πειρασμός γιά τήν πίστη, γιατί, πάνω ἀπ’ ὅλα, αὐτή ἡ καταστροφή πού προκαλεῖ τό κακό στήν ὕπαρξη εἶναι κατά ἕνα μεγάλο μέρος ἀνεπανόρθωτη. Ἡ ὑπέροχη ἐλπίδα ὅτι τελικά ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά σωθοῦν μᾶς ἀπο-κλείεται ἀπό τή ρητή μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἀπό τή σαφῆ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Θά ὑπάρξει ‘ἐξώτερον σκότος’ γιά τούς ‘υἱούς τῆς ἁπωλείας’ στό μέλλοντα κόσμο! Στην περίπτωση τῆς ἐμμονῆς στ κακό, ὅλες οἱ φθορές καί οἱ διαστροφές πού προκλήθηκαν ἀπό αὐτό θά διατη-ρηθοῦν γιά πάντα μέσα στήν παραδοξολογική αἰωνιότητα τῆς κολάσεως. Ἡ κόλαση εἶναι μία ὀλέθρια ἀπόδειξη γιά τήν ἐκπληκτική δύναμη τοῦ κακοῦ […]. Τό κακό φαίνεται ὅτι ἔχει αἰώνιες κα-τακτήσεις,. Ἡ ἐμμονή στό κακό, ἡ ἠθελημένη του ἀμετανοησία, ποτέ δέν καλύπτεται ἀπό τήν παντοδυναμία τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Τώρα βρισκόμαστε ἤδη μέσα στό χῶρο τοῦ τέλειου μυ-στηρίου»[2].

«Κατά παράδοξο τρόπο, κανένας δέν μπορεῖ νά σωθεῖ μόνο ἀπό τή θεία ἀγάπη, ἄν αὐτή δέν προ-καλέσει σέ ἀνταπόδωση τήν εὐγνώμονα ἀγάπη τῶν ἀνθρώπινων προσώπων […]. Μόνο ὅταν δε-χτοῦμε μιά Δοκητική ἄποψη τῆς ἱστορίας καί ἀρνηθοῦμε τή δυνατότητα τελικῶν ἀποφάσεων μέσα στήν ἱστορία, μέσα σ’ αὐτή τή ζωή, μέ τήν πρόφαση ὅτι αὐτή εἶναι προσωρινή, μποροῦμε νά ἀπο-φύγουμε τό παράδοξο τῆς τελικῆς ἀντιθέσεως […]. Ἡ τάξη τῆς δημιουργίας θά ἀποκατασταθεῖ πλήρως στίς ἔσχατες ἡμέρες. Ἀλλά οἱ νεκρές ψυχές θά εἶναι ἀκόμα ἀναίσθητες σ’ αὐτή τήν ἀποκά-λυψη τοῦ φωτός. Τό θεῖο Φῶς θά φέγγει σέ ὅλους, ἀλλά ἐκεῖνοι πού διάλεξαν μία φορά τό σκοτάδι θά εἶναι ἀκόμα ἀπρόθυμοι καί ἀνίκανοι νά ἀπολαύσουν τήν αἰώνια μακαριότητα. Θά πρσκολλοῦ-νται ἀκόμα στό νυκτερινό σκοτάδι. Θά εἶναι ἀνίκανοι νά χαροῦν»[3].

«Ἡ ἐσχατολογία εἶναι μιά περιοχή ἀντιομιῶν. Αὐτές οἱ ἀντινομίες ἔχουν τή ρίζα καί τό θεμέλιό τους μέσα στό βασικό μυστήριο τῆς Δημιουργίας. Πῶς μπορεῖ νά ὑπάρχει ὁ,τιδήποτε ἄλλο παράπλευρα μέ τό Θεό, ἄν ὁ Θεός εἶναι τό πλήρωμα τοῦ Εἶναι; […] Τὀ μυστήριο βρίσκεται στήν πραγματικό-τητα τῆς ἐλευθερίας τῶν δημιουργημάτων […]. Ποιά εἶναι αὐτή ἡ φοβερή ἱστορία τῆς ἁμαρτίας, τῆς διαστροφῆς, καί τῆς ἀνταρσίας, ἄν στό τέλος ὅλα θά ἐξομαλυνθοῦν καί θά συμφιλιωθοῦν μέ τήν ἄ-σκηση τῆς θείας Παντοδυναμίας; Πραγματικά, ἡ ὕπαρξη τῆς Κολάσεως, δηλαδή τῆς ριζικῆς ἀντιθέ-σεως, σημαίνει, τρόπον τινά, μερική ‘ἀποτυχία’ τοῦ δημιουργικοῦ σχεδίου […]. Τό πρόβλημα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἤδη ἡ Κόλαση. Ἡ ὕπαρξή της δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θεϊκή ἀπόφαση. Ὁ Θεός ποτέ δέν στέλνει κάποιον στήν Κόλαση. Ἡ Κόλαση δημιουργεῖται ἀπό τά ἴδια τά δημιουργήματα. Εἶναι ἀνθρώπινο δημιούργημα, ἔξω, τρόπον τινά, ἀπό τήν ‘τάξη τῆς δημιουργίας’. Ἡ Τελική Κρίση παρα-μένει ἕνα μυστήριο»[4].

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  ΙΙ

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:

«Ὅπως αὐτοί πού εἶναι τή νύχτα ἔξω στό σκοτάδι βλέπουν ὅσους εἶναι μέσα σέ ἕνα δωμάτιο φωτι-σμένο, ἔτσι καί ὅσοι θά βρίσκωνται στήν κόλαση θά βλέπουν ὅσους θά εἶναι στόν Παράδεισο. Καί αὐτό θά εἶναι μεγαλύτερη κόλαση. Ὅπως πάλι ὅσοι τήν νύχτα εἶναι στό φῶς, δέν βλέπουν αυτούς πού εἶναι ἔξω στό σκοτάδι, ἔτσι καί αὐτοί πού θά βρίσκωνται στόν Παράδεισο δέν θά βλέπουν αὐτούς πού θα εἶναι στήν κόλαση. Γιατί, ἄν ἔβλεπαν τους κολασμένους, θά πονοῦσαν, θά θλίβονται γιά τήν ταλαιπωρία τους, καί δέν θά ἀπολάμβαναν τόν Παράδεισο, ἀλλά ἐκεῖ »οὐκ ἔστι πόνος…» (βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, Ἀκολουθία Νεκρώσιμος, σ. 411.) Καί ὄχι μόνο δέν θά τούς βλέπουν, ἀλλά οὔτε θά θυμοῦνται ἄν εἶχαν ἀδελφό ἤ πατέρα ἤ μητέρα, ἄν δέν εἶναι καί ἐκεῖνοι στόν Πα-ράδεισο. »Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοί αὐτοῦ» (Ψαλμ. 145, 4) λέει ὁ Ψαλ-μωδός. Γιατί ἄμα τούς θυμοῦνται, πῶς θά εἶναι Παράδεισος; Αὐτοί μάλιστα πού θά εἶναι στόν Πα-ράδεισο, θά νομίζουν ὅτι δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι, οὔτε θά θυμοῦνται τίς ἅμαρτίες πού εἶχαν κάνει. Γιατί, ἄν θυμοῦνται τίς ἁμαρτίες τους, δέν θά ἀντέχουν ἀπό φιλότιμο στήν σκέψη ὅτι λύπη-σαν τόν Θεό»[5].

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  ΙΙΙ

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (ἀφήγηση γέροντα Σωφρονίου):

«Θυμόμαστε τή συνομιλία του μ’ ἕναν ἐρημίτη, ὁ ὁποῖος ἔλεγε:‘Ὁ Θεός θά τιμωρήση ὅλους τούς ἄθεους. Θά καίγωνται στό πῦρ τό αἰώνιο’. Προφανῶς ἡ ἰδέα πώς οἱ ἄθεοι θά ἐτιμωροῦντο στό αἰώ-νιο πῦρ, τοῦ προκαλοῦσε εὐχαρίστηση, κατά τό ψαλμικό ‘εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδί-κησιν’ (Ψαλμ. νζ΄ 11-12). Μέ ὁλοφάνερη συγκίνηση ὁ Γέροντας απάντησε: ‘Πές μου ὅμως, σέ παρακαλῶ: ἄν σέ βάλουν στόν παράδεισο καί δῇς ἀπό κεῖ πώς κάποιος καίγεται στίς φλόγες τοῦ ἅδη, θά μποροῦσες τάχα νά ἔχης ἀνάπαυση;’. ‘Μά τί να κάνης; Αὐτοί οἱ ἴδιοι φταῖνε’, λέει ἐκείνος. Καί τότε ὁ Γέροντας εἶπε μέ θλιμμένο βλέμμα: ‘Ἡ ἀγάπη δέν μπορεῖ νά τό ὑποφέρη… πρέπει νά προσ-ευχώμαστε γιά ὅλους’»[6].


[1]    Πλευρές του ζητήματος έχουμε θίξει και άλλοτε. Βλ. χαρακτηριστικά το αφιέρωμά μας «Ελευθερία και φόβος στη ζωή και τις δομές της Εκκλησίας», τ. 82 (2002), όπως και Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Εμπρηστές και πυροσβέστες», τ. 101 (2007), σσ. 97-98.

[2]    Γ. Φλωρόφσκυ, «Τό σκοτάδι τῆς νύχτας» (ἄρθρο τοῦ 1948), Δημιουργία καί ἀπολύτρωση (μτφρ. Παναγιώτου Κ. Πάλλη), ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη1983, σσ. 92-93.

 

[3]    Γ. Φλωρόφσκυ, «Τά ἔσχατα πράγματα καί τά έσχατα γεγονότα» (ἄρθρο τοῦ 1962), Δημιουργία καί ἀπολύτρωση, ὅ.π., σσ. 303-304.

 

[4]    Φλωρόφσκυ, «Τά ἔσχατα πράγματα καί τά ἔσχατα γεγονότα», ὅ.π., σσ. 305-306.

 

[5]    Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, τ. Δ΄ (Οἰκογενειακή ζωή), Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 200710, σσ. 284-285.

 

[6]    Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (1866-1938), Ἱ. Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 19884, σ. 49.

Advertisements
This entry was posted in Προλογικά. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s