Ἕνα θέμα ἁπλοσύνθετο: Γυναίκα – Ἱεροσύνη – Γάμος

Tὸ τεῦχος μας αὐτὸ δὲν ἔχει τρία παράλληλα θέματα. Ὁ τίτλος του, δηλαδή, δὲν ἐννοεῖ ὅτι τὸ ἕνα τρίτο τοῦ ἀφιερώματος ἀφο­ρᾶ τὴ γυναίκα, τὸ ἄλλο τρίτο τὴν ἱεροσύνη καὶ τὸ τελευταῖο τρίτο τὸν γάμο. Τὸ θέμα τοῦ τεύχους εἶναι ἕνα. Τρισύνθετο μέν,
ἀλλὰ πάντως ἕνα, σὰν χημικὴ ἕνωση τριῶν στοιχείων ποὺ ἐν τέλει συνιστᾶ μία οὐσία. Τὸ ἐξηγῶ:
Τὸ ἀφιέρωμά μας ξεκινᾶ μὲ τὴν ἐξέταση τῆς θέσης τῆς γυναίκας στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, καὶ εἰδικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν ἱεροσύνη. Αὐτὸ μᾶς πηγαίνει σὲ δύο ἐρωτήματα: ἀφ’ ἑνὸς στὸ ἂν ἡ γυναίκα μπορεῖ νὰ λάβει ἱεροσύνη, καὶ ἀφ’ ἑτέρου στὸ πῶς ὑπάρχει ἡ γυναίκα ὡς σύζυγος ἱερέως. Παρόμοια, τὸ τεῦχος δὲν ἐξετάζει τὴν ἱεροσύνη γενικά, ἀλλὰ προσεγγίζει εἰδικὰ τὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴ σχέση τῆς ἱεροσύνης μὲ τὴ γυναίκα, τοῦ ἱερέα μὲ τὴ γυναίκα του καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας μὲ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Ἰδωμένο αὐτὸ ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ γάμου, λέμε ὅτι στὸ ἀφιέρωμά μας δὲν προσεγγίζεται ὁ γάμος καθαυτὸν ἢ γενικὰ σὲ ἀντίστιξη πρὸς τὴν ἀγαμία, ἀλλὰ ἐξετάζεται εἰδικὰ ὡς γάμος κληρικῶν, μὲ ἑστίαση στὶς συζύγους καὶ στὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴ δυνατότητα σύναψης γάμου μετὰ τὴ χειροτονία ἢ μετὰ τὴ χηρεία κληρικοῦ.
Τὰ κριτήρια καὶ οἱ προθέσεις τῶν ἐπιθυμούντων νὰ ἱερωθοῦν, τὰ κριτήρια καὶ οἱ προθέσεις τῶν ὑποψηφίων κληρικῶν ποὺ βούλονται νὰ συνάψουν γάμο, τὰ κριτήρια καὶ οἱ προθέσεις τῶν ὑποψηφίων κληρικῶν ποὺ δὲν προχωροῦν σὲ γάμο, ὅλα ἔχουν, φυσικά, καταλυτικὴ σημασία. Χρωματίζουν σὲ ἐξαιρετικὸ βαθμὸ τὴν ποιότητα τῆς ποίμανσης, δίνουν τὸν τόνο στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ σπιτικοῦ, σημαδεύουν τὴν παρουσία τῆς γυναίκας, βαραίνουν τὴν ἀνάσα τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων. Ὅποτε συμβεῖ τέτοια λοίμωξη, θάλλει ὁ γογγυσμὸς καὶ ἡ ἀπαξίωση: «Τί τοῦ χρειάζεται κάποιου ἀνθρώπου ἡ ἱεροσύνη, ἂν δὲν πρόκειται ἀπ’ αὐτὴν νὰ βγάζει μεροκάματο, ἢ ἀκόμα καὶ νὰ πλουτίσει ἤ, ἀκόμη περισσότερο, νὰ κερδίσει τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο κάποιας πλούσιας μητρόπολης;». Ἂν ὁ πόθος τοῦ χρήματος ἢ τῆς ἐξουσίας συνθλίβει τὰ πάντα, συνθλίβει καί τὴν ἱεροσύνη καί τὸν γάμο. Ὁ γάμος ἐξευτελίζεται εἴτε σὲ ὅρο ὁ ὁποῖος ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ὑπάρξει ὥστε νὰ ἀποκτήσει κάποιος (ἔγγαμη) ἱεροσύνη, εἴτε σὲ κάτι ποὺ ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ λείπει ὥστε νὰ ἀποκτήσει κάποιος πρόσβαση στὸν ἐπισκοπικὸ βαθμό. Ἐργαλεῖο ἄπνοο σὲ ἀμφότερες τὶς περιπτώσεις, ἐντελῶς ἄσχετο πρὸς τὴ λογικὴ τῶν χαρισμάτων (χαρίσματος γάμου καὶ χαρίσματος παρθενίας) ποὺ μᾶς ἔχει παρουσιάσει ὁ Παῦλος (1 Κορ. 7:7).
Κάποιος βεβαίως μπορεῖ νὰ διαρρήξει τὰ ἱμάτιά του γιὰ τὸν παραπάνω γογγυσμό, βρίσκοντάς τον ἰσοπεδωτικὸ καὶ ἄδικο. Καί, στὸ βαθμὸ ποὺ γενικεύει, ναί, γίνεται ὄντως ἄδικος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου ἀνερμάτιστος – δυστυχῶς! Εἶ­ναι γογγυσμὸς ἐπίκαιρος καὶ ταυτόχρονα διαχρονικός. Δὲν εἶναι λόγια κάποιου μεμψίμοιρου τυχόντα, ἀλλὰ ὕμνος τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου1!

Κάποια ἀπὸ τὰ ζητήματα ποὺ θίγει τὸ ἀφιέρωμά μας εἶναι θεολογικῶς λυμένα, ἄλλα στασιάζονται. Ἡ θεολογία ἔχει προχωρήσει ἐδῶ καὶ καιρὸ τὴ συζήτηση. Ὅμως ὑπάρχουν ἀνοιχτὰ ζητήματα ποὺ θέλουν ἀντιμετώπιση στὴν πράξη, καὶ δὴ ἀντιμετώπιση μὲ γερὰ θεολογικὰ κριτήρια. Γιὰ παράδειγμα, ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν ὡς διακονισσῶν εἶναι στοιχεῖο τῆς ἐκ­κλησιαστικῆς παράδοσης, κι ὅμως σήμερα ἀποτελεῖ αἴτημα ποὺ δὲν τὸ ἀντέχει ἡ πλειονότητα τῶν Ὀρ­θοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἐλπιδοφόρο σημεῖο ἀ­ποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τὶς ἀ­ποφάσεις τῆς Μεγάλης Συνόδου τῶν Ὀρ­θοδόξων (Ἰούνιος 2016), τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας προχώρησε σὲ χειροθεσία διακονισσῶν τῆς ἱεραποστολῆς (17 Φεβρουαρίου 2017). Τὴν ἀπόφαση τὴν ἔλαβε ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου, με­τὰ ἀπὸ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτη Καμεροὺν κ. Γρηγορίου (18 Νοεμβρίου 2016), τοῦ ὁποίου –ὑπενθυμίζουμε– εἴχαμε δημοσιεύσει σχετικὸ μελέτημα πρὸ ἕξι ἐτῶν2. Ἡ ἱεραποστολὴ δείχνει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ δρόμους στὶς «παλαιὲς» ἐκκλησίες, κι εὐχόμαστε ἡ πρωτοβουλία αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ ἀρχή, νὰ προκόψει σὲ χειροτονία καὶ νὰ ἁπλωθεῖ – καὶ στὴ μουδιασμένη ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία οὐδεμία εὔφορη ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης φαίνεται νὰ γεωργεῖ (καὶ μάλιστα παρὰ τὴ δυνατότητα τὴν ὁποία ἡ Σύνοδος ἀναγνώρισε στὶς τοπικὲς ἐκκλησίες, νὰ ἀντιμετωπίζουν οἱ ἴδιες μιὰ σειρὰ προβλημάτων).
Γιὰ τὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὸ ἀφιέρωμά μας γράφουν ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῆς ἐρευνήτριας οἱ Ἑλένη Κασσελούρη, Βάλερυ Καρρᾶ καὶ Ἑλένη Καραγιάννη, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς πρεσβυτέρας οἱ Χριστίνα Παπαθέου, Κατερίνα Πενιρτζῆ, Ἀγγελικὴ Τζουβάλη καὶ Κυριακὴ Τριανταφυλλίδου, καὶ ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ κανονικοῦ δικαίου καὶ τῆς ζωντανῆς μαρτυρίας οἱ Θεόδωρος Γιάγκου καὶ π. Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος. Πλάι στὸ ἀφιέρωμα, δύο κείμενα θίγουν ζητήματα τῆς μείζονος ἐπικαιρότητας: ὁ Θανάσης Παπαθανασίου γράφει γιὰ τὸ μαρτύριο, σὲ μιὰ διεθνῆ συγκυρία ὅπου οἱ διωγμοὶ ἐντείνονται, καὶ ὁ π. Ἠλίας Καραλῆς γιὰ τὴ διαλογικὴ καὶ συμμετοχικὴ φυσιογνωμία τῆς λατρείας.

Τελικά, ποιά εἶναι τὰ αὐτονόητα; Ποιά αὐτονόητα δὲν εἶναι στὶς μέρες μας αὐτονόητα; Ποιά ζητήματα χρειάζονται ἀκόμη ἐξερεύνηση; Συμβαίνουν ὅλα μαζί! Τὸ τεῦχος μας τὸ τρισύνθετο εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἁπλὸ καὶ σύνθετο!

Θ.Ν.Π.

  1. Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 19, Διδασκαλία σὺν θεολογία, ἐν ᾗ καὶ περὶ ἱερωσύνης…, SC 174 (1971), σ. 96: «Τί δὲ καὶ χρήζει ἄνθρωπος ἱερωσύνην ἔχειν, / ἐὰν μὴ ἓν ἐκ τῶν τριῶν τούτων κερδάνῃ· / ἢ τὴν τροφὴν τοῦ σώματος ἢ πορισμὸν χρυσίου / ἢ θρόνον ἐκ τῶν ὑψηλῶν ἐπισκοπῆς πλουσίας;». Καὶ συνεχίζει παρακάτω ὁ Συμεὼν τὴν ἐλεεινολόγηση: «Ὢ τόλμης, ὢ φρονήματος Ἰούδα τοῦ προδότου».
  2. Μητροπολίτης Καμεροὺν Γρηγόριος, «Ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν διακονισσῶν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ἱεραποστολήν», Σύναξη 118 (2011), σσ. 25-41.
Advertisements
This entry was posted in Προλογικά. Bookmark the permalink.