Ετεροδοξία και αἵρεση – ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

Ἔχει καθιερωθεῖ νὰ ὁρίζουμε τὴν «αἵρεση» ὡς ἐπιλογή, ἀφοῦ ἡ λέξη παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «αἱροῦμαι», ποὺ σημαίνει ἐκλέγω, προτιμῶ. Αἵρεση λοιπόν, λέμε, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τοῦ μέρους κι ὄχι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ὅλου, εἶναι δηλαδὴ ἡ ἐγκόλπωση θραυσμάτων τῆς ἀλήθειας ἀντὶ σύνολης τῆς ἀλήθειας.

Ὁ ὁρισμὸς αὐτός, ὡστόσο, ἐνῶ πράγματι φωτίζει τὴ φύση τῆς αἵρεσης, πολὺ συχνὰ ὑφαρπάζεται ἀπὸ τὸν ἐπιθετικὸ παπαγαλισμὸ ὁ ὁποῖος θάλλει προνομιακὰ στοὺς θρησκευτικοὺς χώρους. Πρόκειται γιὰ τὸν παπαγαλισμὸ ἐμβληματικῶν φράσεων, τὶς ὁποῖες ὅμως ὁ παπαγάλος ἐφαρμόζει σαρωτικὰ καὶ ἀδιάκριτα. Εἶναι γιγαντωμένο στὶς μέρες μας τὸ φαινόμενο οἱ παπαγάλοι νὰ ἐξαπολύουν τὸν χαρακτηρισμὸ «αἵρεση» καὶ «αἱρετικὸς» ἐναντίον ἀπόψεων καὶ κατὰ προσώπων μὲ ἀδιανόητη εὐκολία, σὰν ἡ κατάδειξη πλήθους αἱρετικῶν ὁλόγυρα νὰ προξενεῖ ἀνείπωτη ἡδονὴ στὸν χαρακτηρίζοντα!

Τὸ θέμα λοιπὸν εἶναι ὄχι ἁπλῶς νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ φράση ὅτι ἡ αἵρεση συνιστᾶ ἐπιλογή, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχει περίσκεψη γιὰ τὸ ποιές ἐπιλογὲς συνιστοῦν αἵρεση! Ἡ ἱστορικὴ πορεία καὶ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δείχνουν ὅτι κάθε διαφοροποίηση δὲν εἶναι αὐτομάτως αἵρεση! Ὑπάρχουν διαφοροποιήσεις οἱ ὁποῖες συνιστοῦν θεμιτὴ ποικιλία ποὺ δὲν σπάζει τὴν ἑνότητα. Ἡ πίστη, λ.χ., στὸν Τριαδικὸ Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὴν ἴδια βαρύτητα μὲ κάθε τοπικὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔθιμο καὶ μὲ κάθε θεολογούμενο. Μὰ οὔτε καὶ μιὰ ἰδεολογικὴ προσυπογραφὴ τῶν δογμάτων ἐξασφαλίζει ὀρθοδοξία σὲ ὅποιον περιφρονεῖ τὸ ἦθος τῆς διάκρισης καὶ τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης – τοῦ εὐαγγελικοῦ καὶ ἐσχατότερου κριτηρίου!

Τὸ τεῦχος μας αὐτὸ ἐπικεντρώνει σὲ μία ἰδιαίτερη παράμετρο τῆς περίσκεψης καὶ τῆς διάκρισης αὐτῆς. Οἱ χριστιανικὲς διαιρέσεις δὲν ἔχουν μόνο μεγάλη ἡλικία· ἔχουν καὶ μεγάλη διαδρομή. Διαδρομὴ σημαίνει ὅτι δὲν βρισκόμαστε σὲ ἕναν ἀκίνητο καὶ παγωμένο χωρόχρονο. Γιὰ ὅσους πονοῦν τὴν κατάσταση, ἡ διαδρομὴ εἶναι μιὰ ἐμπειρία ποὺ τοὺς κάνει σοφότερους. Βλέπουμε ὅτι στὸ ἐσωτερικὸ διαφόρων (ἑτεροδόξων μεταξύ τους) χριστιανικῶν κοινοτήτων γίνονται ζυμώσεις, αὐτοκριτική, διευκρινίσεις, ἀλλαγές. Ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους αὐτό. Διαχριστιανικὰ δηλαδὴ ὑπάρχει σήμερα ὑπολογίσιμη ἐπιλογὴ ὑπὲρ τῆς αὐθεντικότητας κι ὄχι ὑπὲρ τοῦ πείσματος γιὰ σχίσμα. Ἔτσι, ὀφείλουμε νὰ ἀντικρίσουμε μερικὰ ἐρωτήματα γιὰ ἑκατομμύρια Χριστιανῶν ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν Ὀρθόδοξη οἰκογένεια: Εἶναι ἄραγε συλλήβδην αἱρετικοί, ἴδιοι μὲ τοὺς ἀρχαίους δημιουργοὺς τῶν αἱρέσεων; Εἶναι ἄρα ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸν Θεό; Ἐξέφραζε ἄραγε πνεῦμα ἀποστασίας ἤ, ἀντιθέτως, ὑψίστης ὀρθοδοξίας ὁ πολὺς π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ὅταν ἔλεγε: «Μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ θέσω κανέναν “ἐκτὸς Ἐκκλησίας”. Ἡ “κρίσις” ἔχει δοθεῖ στὸν Υἱό. Κανεὶς δὲν διωρίσθηκε γιὰ νὰ προλαμβάνῃ τὴν κρίση Του»1;

Εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπάρχει πολὺ μεγάλη δυσκολία νὰ συζητηθοῦν αὐτά. Ἀπὸ καιρὸ καλλιεργεῖται στὸν θρησκευόμενο κόσμο ἡ πεποίθηση ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ μεγάλοι της θεολόγοι ἀπέρριπταν ἀδιάκριτα κάθε διαφοροποίηση, ὅτι ἀρνοῦνταν τὴν προσηγορία «ἐκκλησία» σὲ οἱαδήποτε ὁμάδα ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία, ὅτι οὔτε σταγόνα θείας χάρης δὲν ἔβλεπαν στοὺς ἑτεροδόξους. Αὐτὴ ἡ στάση θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς σήμερα στάση καθαρότητας καὶ γνησιότητας! Καὶ οὔτε κὰν ὑπάρχει ἐκεῖ ἡ ὑποψία ὅτι ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἀποτελεῖ ψεῦδος καὶ ἁμαρτία κατὰ τῶν Πατέρων! Χρειάζεται κανεὶς νὰ μπεῖ στὸν κόπο νὰ σκύψει πάνω στὰ κείμενα, στὴν ἱστορία, στὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ δεῖ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουν λανσαριστεῖ ὡς αὐτονόητα τί ἵσταται καὶ τί πίπτει!2 Εἶναι κόπος, ἀλλὰ κόπος ἀπαραίτητος. Μπορεῖ νὰ ξαφνιάσει, μπορεῖ νὰ ἀπαιτήσει προσωπικὲς ἀναθεωρήσεις, μπορεῖ νὰ δημιουργήσει τὸν πόνο ποὺ δημιουργεῖ ὁ καθαρὸς ἀέρας σὲ πνευμόνια ποὺ ἐθίστηκαν στὴ δυσωδία! Ἀλλὰ εἶναι ξάφνιασμα καὶ ἀναθεωρήσεις καὶ πόνος καλός, ὄχι χάριν οἱασδήποτε γραφειοκρατίας (εἴτε Ὀρθόδοξης, εἴτε Καθολικῆς, εἴτε Προτεσταντικῆς), οὔτε χάριν οἱασδήποτε διπλωματίας· ἀλλὰ χάριν τῆς Ἀληθείας. Ἀπὸ τὴ μιὰ ὁ κόπος αὐτός, ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ κρώξιμο τοῦ παπαγάλου3

Οἱ θεολόγοι Γρηγόριος Λαρεντζάκης, ἐπ. Κύριλλος Κατερέλος, Στυλιανὸς Τσομπανίδης καὶ Σωτήριος Δεσπότης ἐξετάζουν τὴν ἀντίστιξη Ἑτεροδοξίας καὶ Αἵρεσης ἀπὸ τὴ σκοπιά, καθένας, τοῦ πεδίου ὅπου διακονεῖ. Ὁ π. Βασίλειος Θερμὸς διαβάζει τὴν ψυχολογία τῆς αἱρεσιομαχίας. Ὁ Βλαντιμὴρ Τσέτκοβιτς καὶ ὁ Θανάσης Παπαθανασίου μελετοῦν τὴ συμβολὴ δύο προσωπικοτήτων, τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς (γιὰ τὴ στάση του ἀπέναντι στὸν οἰκουμενισμό) καὶ τοῦ Νίκου Νησιώτη (γιὰ τὸν διάλογό του μὲ θεολογικὰ ρεύματα ποὺ γεννήθηκαν στὴν ἑτεροδοξία). Ὁ Δημήτριος Μόσχος, τέλος, φωτίζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ταυτότητα τῶν προχαλκηδόνιων ἐκκλησιῶν.

Καλὸν κόπο!

Θ.Ν.Π.

  1. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1973, σ. 220.
  2. Βλ. ἐνδεικτικά, Θεόδωρος Γιάγκου, «Ὁ πλουραλισμὸς τῆς κανονικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας», Σύναξη 119 (2011), σσ. 5-16, ὅπου καταδείχτηκε πόσο ψευδὴς εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης ὑποστήριζε τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν ἑτεροδόξων οἱ ὁποῖοι εἶχαν βαπτιστεῖ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδας.
  3.  Ἔχει πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ ἐξεταστεῖ, κάποια στιγμή, τὸ ἑξῆς: Στὴ δεκαετία τοῦ 1970 ἡ ἡγουμένη τῆς Μονῆς Ἀναλήψεως Κοζάνης Μαγδαληνὴ ἐπιδόθηκε σὲ λυσσαλέο ἀγώνα κατὰ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τίτλος ἑνὸς ἀπὸ τὰ βιβλία της: Ὁ Νεκτάριος Κεφαλᾶς εἶναι εἰκονομάχος, εἶναι λατινόφρων, εἶναι οἰκουμενιστής (1974). Ἡ Μαγδαληνὴ ἀφορίστηκε τελικὰ τὸ 1976. Ἡ ρητορική της συνίστατο σὲ καταιγισμὸ ὕβρεων, μπαρὰζ χαρακτηρισμῶν,
Advertisements
This entry was posted in Προλογικά. Bookmark the permalink.