Διάλογοι κι αντίλογοι – Προλογικό 145ου τεύχους

Tί προσπαθεῖ νὰ κάνει αὐτὸ τὸ τεῦχος; Προσπαθεῖ νὰ ὑφάνει ἄλλο ἕνα ἐργόχειρο στὸν γνώριμό μας ἀργαλειό, ποὺ ἔχει γιὰ στημόνι τὸν Διάλογο καὶ γιὰ χτένι τὸν Ἀντίλογο. Ἔτι καὶ ἔτι ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι ὅλη ἡ ὑπόθεση εἶναι ἡ τιτανομαχία περὶ τὰ κριτήρια.

Τὸ ποῦ διαλέγεσαι καὶ τὸ ποῦ ἀντιλέγεις τὰ ὁρίζουν τὰ κριτήρια. Ἡ θεολογία δὲν εἶναι ξόανο, δὲν εἶναι πέτρα, δὲν εἶναι βάλτος (ἢ μᾶλλον: ὄχι «δὲν εἶναι», ἀλλὰ «ὀφείλει νὰ μὴν εἶναι»). Ὀφείλει λοιπὸν νὰ μὴν εἶναι ἕνα κοκκαλωμένο πράγμα, οὔτε ἕνα ἀδηφάγο τέλμα. Χρειάζεται ἡ τέχνη τῆς διαλεκτικῆς μεταξὺ σταθεροῦ καὶ μή-σταθεροῦ: Τὰ κριτήρια νά ’ναι στέρεα, ἀλλὰ τὸ στημόνι νὰ μετακινεῖται καὶ τὸ χτένι νὰ ὁρμᾶ, ὥστε ὁ Διάλογος καὶ ὁ Ἀντίλογος νὰ παράγουν ἐργόχειρα μὲ νόημα στὴν καθημερινή μας πολιτεία.

Στὸ ἐργόχειρο, λοιπόν, αὐτοῦ τοῦ τεύχους βρίσκονται προβληματισμοὶ γιὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς (γράφει ὁ π. Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος γιὰ τὴν ἄθλια σχέση τῶν θρησκευομένων μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἡ Θεοδώρα Παραγυιοῦ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν νηπίων ποὺ πεθαίνουν ἀβάπτιστα), γιὰ τὴν ἐπαφή μας μὲ τοὺς ἄλλους (γράφει ὁ Γκεβὸρκ Καζαριὰν γιὰ τὴν Ἀρμενικὴ Ἐκκλησία, καὶ ὁ Δημήτρης Σαλαπάτας γιὰ τὸν διάλογο μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς), καὶ γιὰ τὴ σχέση μας μὲ τὴν ἐπιστήμη (γράφει ὁ Νικόλαος Ἀσπρούλης) καὶ τὴ λογοτεχνία (γράφει ὁ Παναγιώτης Θωμᾶ καὶ ἡ Μαρία Χατζηαποστόλου). Τὰ μελετήματα τὰ πλαισιώνουν δημιουργίες λόγου (τῶν Τάσου Μερκούρη, π. Παύλου Κουμαριανοῦ, Ἀντώνη Παπαβασιλείου, Δημήτρη Μαγριπλῆ, Γιάννη Χατζηνικολάου).

Ἐτοῦτο εἶναι τὸ πρῶτο τεῦχος τοῦ 2018. Τὸ ἔτος ἔχει ξεκινήσει μέσα σὲ μεγάλη θολούρα στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, σύστοιχη μὲ τὰ κοινωνικὰ καὶ τὰ γεωπολιτικά. Μακάρι νὰ γελιόμαστε, μὰ νομίζουμε πὼς στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο ὅλα τὰ ἀρνητικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν κάνει γερὴ ἀντεπίθεση τὰ τελευταῖα χρόνια, ἐντείνονται καὶ πετοῦν ἀπὸ πάνω τους κάθε προβιά. Ἡ μισαλλοδοξία ὄχι μόνο ὑπάρχει, ἀλλὰ πλέον ἀποενοχοποιεῖται στὶς συνειδήσεις πολλῶν, οἱ ὁποῖοι βρίσκουν ἄβολη τὴν προσήλωση στὰ εὐαγγελικὰ κριτήρια καὶ προσυπογράφουν μιὰ «θεολογία» τοῦ τραμπουκισμοῦ, τῆς ψυχικῆς ἀγριάδας, τῶν σταυροφοριῶν καὶ τοῦ κυνισμοῦ.

Γκρίνια; Προσπαθοῦμε νὰ μὴν εἶναι γκρίνια, ἀλλὰ ὁ κάματος τοῦ ἀργαλειοῦ. Πάντα ἔτσι ἀπαντᾶμε, ἄλλωστε. Μὲ τὴν παραγωγὴ λόγου, διαλόγου, ἀντιλόγου. Καὶ κάνοντας προσευχὴ τοὺς στίχους τοῦ Ἀργύρη Ἐφταλιώτη στὸ γλυκὺ τραγούδι τοῦ ἀργαλειοῦ:
Πέτα σαΐτα μου γοργή, χτύπα χρυσό μου χτένι,
ἡ ἀτέλειωτη Σαρακοστὴ μερόνυχτο νὰ γένει.

Καλὴ Ἀνάσταση – παντοῦ!

Θ.Ν.Π.

Advertisements
This entry was posted in Προλογικά. Bookmark the permalink.